Voici la conjugaison du verbe thématique au radical terminé par une occlusive bilabiale (« frotter ») au futur et à l'aoriste.

Conjugaison Actif Moyen Passif Aoriste Futur Aoriste Futur Aoriste Futur I N D I C A T I F Singulier 1 ἔτριψα τρίψω ἐτριψάμην τρίψομαι (ἐτρίφθην)ἐτρίϐην (τριφθήσομαι)τριϐήσομαι 2 ἔτριψας τρίψεις ἐτρίψω τρίψει / τρίψῃ (ἐτρίφθης)ἐτρίϐης (τριφθήσει / τριφθήσῃ)τριϐήσει / τριϐήσῃ 3 ἔτριψε(ν) τρίψει ἐτρίψατο τρίψεται (ἐτρίφθη)ἐτρίϐη (τριφθήσεται)τριϐήσεται Pluriel 1 ἐτρίψαμεν τρίψομεν ἐτριψάμεθα τριψόμεθα (ἐτρίφθημεν)ἐτρίϐημεν (τριφθησόμεθα)τριϐησόμεθα 2 ἐτρίψατε τρίψετε ἐτρίψασθε τρίψεσθε (ἐτρίφθητε)ἐτρίϐητε (τριφθήσεσθε)τριϐήσεσθε 3 ἔτριψαν τρίψουσι(ν) ἐτρίψαντο τρίψονται (ἐτρίφθησαν)ἐτρίϐησαν (τριφθήσονται)τριϐήσονται Duel 2 ἐτριψάτην τρίψετον ἐτριψάσθην τρίψεσθον (ἐτριφθήτην)ἐτριϐήτην (τριφθήσεσθον)τριϐήσεσθον 3 ἐτριψάτην τρίψετον ἐτριψάσθην τρίψεσθον (ἐτριφθήτην)ἐτριϐήτην (τριφθήσεσθον)τριϐήσεσθον IMPÉRATIF Singulier 1 ─ ─ ─ ─ ─ ─ 2 τρῖψον ─ τρῖψαι ─ (τρίφθητι)τρίϐηθι ─ 3 τριψάτω ─ τριψάσθω ─ (τριφθήτω)τριϐήτω ─ Pluriel 1 ─ ─ ─ ─ ─ ─ 2 τρίψατε ─ τρίψασθε ─ (τρίφθητε)τρίϐητε ─ 3 τριψάντων ─ τριψάσθων ─ (τριφθέντων)τριϐέντων ─ Duel 2 τρίψατον ─ τρίψασθον ─ (τρίφθητον)τρίϐητον ─ 3 τρίψατον ─ τριψάσθων ─ (τρίφθητον)τρίϐητον ─ Actif Moyen Passif Aoriste Futur Aoriste Futur Aoriste Futur SUBJONCTIF Singulier 1 τρίψω ─ τρίψωμαι ─ (τριφθῶ)τριϐῶ ─ 2 τρίψῃς ─ τρίψῃ ─ (τριφθῇς)τριϐῇς ─ 3 τρίψῃ ─ τρίψηται ─ (τριφθῇ)τριϐῇ ─ Pluriel 1 τρίψωμεν ─ τριψώμεθα ─ (τριφθῶμεν)τριϐῶμεν ─ 2 τρίψητε ─ τρίψησθε ─ (τριφθῆτε)τριϐῆτε ─ 3 τρίψωσι(ν) ─ τρίψωνται ─ (τριφθῶσι(ν))τριϐῶσι(ν) ─ Duel 2 τρίψητον ─ τρίψησθον ─ (τριφθῆτον)τριϐῆτον ─ 3 τρίψητον ─ τρίψησθον ─ (τριφθῆτον)τριϐῆτον ─ OPTATIF Singulier 1 τρίψαιμι τρίψοιμι τριψαίμην τριψοίμην (τριφθείην)τριϐείην (τριφθησοίμην)τριϐησοίμην 2 τρίψαις / τρίψειας τρίψοις τρίψαιο τρίψοιο (τριφθείης)τριϐείης (τριφθήσοιο)τριϐήσοιο 3 τρίψαι / τρίψειε τρίψοι τρίψαιτο τρίψοιτο (τριφθείη)τριϐείη (τριφθήσοιτο)τριϐήσοιτο Pluriel 1 τρίψαιμεν τρίψοιμεν τριψαίμεθα τριψοίμεθα (τριφθεῖμεν /-είημεν)τριϐεῖμεν /-είημεν (τριφθησοίμεθα)τριϐησοίμεθα 2 τρίψαιτε τρίψοιτε τρίψαισθε τρίψοισθε (τριφθεῖτε /-είημεν)τριϐεῖτε /-είημεν (τριφθήσοισθε)τριϐήσοισθε 3 τρίψαιεν / τρίψειαν τρίψοιεν τρίψαιντο τρίψοιντο (τριφθεῖεν /-είησαν)τριϐεῖεν /-είησαν (τριφθήσοιντο)τριϐήσοιντο Duel 2 τριψαίτην τριψοίτην τριψαίσθην τριψοίσθην (τριφθεῖτην /-είητην)τριϐεῖτην /-είητην (τριφθησοίμην)τριϐησοίμην 3 τριψαίτην τριψοίτην τριψαίσθην τριψοίσθην (τριφθεῖτην /-είητην)τριϐεῖτην /-είητην (τριφθησοίμην)τριϐησοίμην INFINITIF Actif Moyen Passif Aoriste Futur Aoriste Futur Aoriste Futur τρῖψαι τρίψειν τρίψασθαι τρίψεσθαι (τριφθῆναι)τριϐῆναι (τριφθήσεσθαι)τριϐήσεσθαι PART-ICIPE Msc. τρίψας, -αντος τρίψων, -οντος τριψάμενος, -ου τριψόμενος, -ου (τριφθείς, -έντος)τριϐείς, -έντος (τριφθησόμενος)τριϐησόμενος Fm. τρίψασα, -άσης τρίψουσα, -ούσης τριψαμένη, -ης τριψομένη, -ης (τριφθτεῖσα, -είσης)τριϐεῖσα, -είσης (τριφθησομένη)τριϐησομένη Ntr. τρῖψαν, -αντος τρῖψον, -οντος τριψάμενον, -ου τριψόμενος, -ου (τριφθέν, έντος)τριϐέν, -έντος (τριφθησόμενον)τριϐησόμενον

Retour à Conjugaisons du grec ancien (tableaux).

Catégorie:Conjugaison du grec ancien